«Στρατόπεδα καταναγκαστικής
εργασίας» ονόμαζε η ΕΣΣΔ τις μονάδες που χρησιμοποιούσαν πάσης φύσεως πολίτες
που θεωρούσαν για τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιφρονούντες και όχι «Γκούλαγκ». Η
λέξη που ταυτίστηκε με αυτούς τους χώρους όπου το απάνθρωπο ήταν ανθρώπινο
αφορούσε τα ακρώνυμα της «Ανώτατης Διοίκησης των Επανορθωτικών Στρατοπέδων
Εργασίας» που ήταν υπεύθυνη για τη διαχείρισή τους.
Η Αν Απλμπάουμ, αρθρογράφος της
έγκυρης εφημερίδας «Washington Post» καταθέτει στο πολυσέλιδο έργο της για τα
σοβιετικά στρατόπεδα το αποτέλεσμα μιας μεγάλης έρευνας. Η συγγραφέας συνέλεξε
όλες τις μαρτυρίες για τα στρατόπεδα που έχουν δημοσιευτεί με λογοτεχνική ή όχι
διάθεση. Ταξίδεψε στην καρδιά του συστήματος στη Μόσχα και αλλού όπου και
αναδίφησε στα αρχεία. Γνώρισε ανθρώπους που είχαν αυτή την απευχόμενη εμπειρία.
Αλλά έψαξε στον χάρτη και είδε με τα μάτια της ό,τι έχει μείνει στα σημεία που
κάποτε πίσω από τα συρματοπλέγματα εξελισσόταν αυτή η κρυφή ιστορία της
αλλοτινής αυτοκρατορίας.
Αυτού του είδους τα στρατόπεδα δεν
ήταν δημιουργία του σοβιετικού συστήματος. Hδη από την εποχή που οι Τσάροι
όριζαν τη μοίρα της χώρας και των ανθρώπων της υπήρχαν στρατόπεδα για όσους
αμφισβητούσαν την ελέω θεού εξουσία τους στην αχανή ασιατική πλευρά της ρωσικής
αυτοκρατορίας.
Αυτό το σύστημα το κληρονόμησαν οι
μπολσεβίκοι. Και το οργάνωσαν καλύτερα. Ο ίδιος ο Λένιν, όπως σημειώνει στον
πρόλογο της έκδοσης η συγγραφέας, έδωσε εντολή τα «αναξιόπιστα στοιχεία θα
πρέπει να απομονώνονται σε στρατόπεδα έξω από τις πόλεις». Ο Στάλιν οργάνωσε
καλύτερα το σύστημα. Από τη δεκαετία του 1930 εκατομμύρια άνθρωποι φορτωμένοι
με κάθε λογής κατηγορίες με συνοπτικό τρόπο πέρασαν από τις πύλες των
στρατοπέδων. Μπορεί στη Δύση να μην ήταν γνωστές οι λεπτομέρειες όμως αυτή η
κατάφωρη εκμετάλλευση των κρατουμένων είχε αντανάκλαση στους δείκτες παραγωγής
της σοβιετικής οικονομίας.
Τα στρατόπεδα πλέον χτίζονταν
δίπλα σε πλουτοπαραγωγικές πηγές που οι συνθήκες εκμετάλλευσής τους ήταν
εξαιρετικά δύσκολες. Με τίμημα τον φόρο αίματος που πλήρωναν οι κρατούμενοι.
Eτσι σύμφωνα με τη συγγραφέα το 1/3 της παραγωγής χρυσού της ΕΣΣΔ προερχόταν
από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Αλλά και άλλα πρωτογενή υλικά
χρήσιμα για την παραγωγή. Αναλυτικά από το 1929 μέχρι τον θάνατο του Στάλιν, το
1953, περίπου 18.000.000 άνθρωποι πέρασαν από το αχανές αυτό δίκτυο
στρατοπέδων. 4.500.000 από αυτούς τους ανθρώπους δεν επέστρεψαν ποτέ στις
εστίες τους. Τα Γκούλαγκ τη δεκαετία του 1930 βρίσκονταν σε όλες τις περιοχές
του τεράστιου κράτους ενδεικτικά και στις δώδεκα ζώνες που υπήρχαν στα σύνορα
της ΕΣΣΔ.
Το σύστημα συνέχισε να εξαπλώνεται
στη διάρκεια του πολέμου, φτάνοντας το αποκορύφωμά του μόνο στις αρχές της
δεκαετίας του 1950. Ανθρώπινο υλικό για να τα τροφοδοτήσει υπήρχε άφθονο. Με
τον καιρό τα Γκούλαγκ μετατράπηκαν σ'Α ένα σχεδόν αυτόνομο οργανισμό, με δικούς
του νόμους, συνήθειες, πνευματική παραγωγή, παραδόσεις, αργκό και σύστημα
ηθικών κανόνων. Eκλεισαν για πάντα το 1987 επί προεδρίας του τελευταίου
Σοβιετικού ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Του οποίου οι γονείς είχαν θητεύσει σε
στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.
Στο βιβλίο σε κάθε κεφάλαιο και σε
κάθε θέμα που πραγματεύεται, η συγγραφέας εξετάζει πώς ήταν η ζωή μέσα στο
πλαίσιο αυτού του συστήματος, πώς εργάζονταν οι κρατούμενοι, πώς κατάφερναν να
επιβιώσουν. Ερευνά τους φρουρούς και τους δεσμοφύλακες, τη φρίκη των μεταγωγών
μέσα σε άδεια βαγόνια μεταφοράς ζώων, την παράξενη φύση των συλλήψεων και των
προσαγωγών των κατηγορουμένων στη δικαιοσύνη που γίνονταν στη Σοβιετική Eνωση.
Επίσης τον αντίκτυπο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις σχέσεις ανάμεσα σε
διαφορετικές εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες, τους δραπέτες, όπως επίσης και
τις ασυνήθιστες για τα δεδομένα της εποχής εξεγέρσεις που σημειώθηκαν τη
δεκαετία του 1950.
Καταλήγοντας, εξετάζει το
ενοχλητικό ερώτημα, γιατί το θέμα του Γκούλαγκ συνέχισε να καλύπτεται με το
πέπλο του μυστηρίου στην ιστορική μνήμη τόσο της πρώην Σοβιετικής Eνωσης όσο
και της ίδιας της Δύσης.
Η έκδοση περιλαμβάνει φωτογραφικό
υλικό, διεθνή βιβλιογραφία και ευρετήριο.