|
TO 20% του πληθυσμού της χώρας αντιμετωπίζει το όριο της
φτώχειας, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό τα τελευταία 13 χρόνια. Αυτό
προκύπτει από την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των ελληνικών
νοικοκυριών για τα εισοδήματα του 2006, που δημοσιοποίησε χθες η Στατιστική
Υπηρεσία. Σύμφωνα με την έρευνα, το χρηματικό όριο της φτώχειας ανέρχεται στο
ετήσιο ποσό των 6.120 ευρώ ανά άτομο και σε 12.852 ευρώ για νοικοκυριά με δύο
ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο
φτώχειας εκτιμώνται σε 838.910 και τα μέλη τους σε 2.190.933 άτομα, ενώ ο
φτωχός πληθυσμός αποτελείται από: Τα μέλη των νοικοκυριών που έχουν χαμηλό
εκπαιδευτικό επίπεδο (69%), μη εργαζομένους (66%) –αλλά και από εργαζομένους
(34%)–, τα μέλη των νοικοκυριών που μένουν σε αραιοκατοικημένες περιοχές (63%),
νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά (54%), νοικοκυριά χωρίς εξαρτώμενα παιδιά
(46%), καθώς και νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και με ένα, τουλάχιστον,
εργαζόμενο μέλος (33%).
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες
σε σχέση με τους άνδρες (21% έναντι 20%), ενώ τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά με θήλυ
μέλος απειλούνται από τη φτώχεια σε ποσοστό 29%, ενώ τα αντίστοιχα με άρρεν
μέλος σε ποσοστό 25%. Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά 0-17 ετών (παιδική
φτώχεια) ανέρχεται σε 23% και ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65
ετών υπολογίζεται σε 23% και για άτομα ηλικίας 18-24 ετών σε ποσοστό 24%. Οι
εργαζόμενοι κινδυνεύουν λιγότερο από τους ανέργους και τους οικονομικά μη
ενεργούς (συνταξιούχοι, νοικοκυρές κ.λπ.). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας των
εργαζομένων ανέρχεται σε 14% (άνδρες 15% και γυναίκες 12%), των μη εργαζομένων
σε 25% και των ανέργων σε 35%.
Ο σχετικός κίνδυνος φτώχειας αφού συμπεριληφθούν στο
διαθέσιμο εισόδημα εισοδηματικές ροές, όπως ιδιοκατοίκηση, παροχές σε είδος
προς μισθωτούς και ιδιοκατανάλωση, μειώνεται κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες
μονάδες. Τα κοινωνικά επιδόματα μειώνουν το ποσοστό της φτώχειας κατά 3,5
ποσοστιαίες μονάδες, οι συντάξεις κατά 18,3 ποσοστιαίες μονάδες και το σύνολο
των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό της φτώχειας κατά 21,8
ποσοστιαίες μονάδες.
Ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τη
μείωση της φτώχειας. Το ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης, που έχει τελειώσει το
66,9% των φτωχών, είναι η υποχρεωτική εκπαίδευση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για
τους μη φτωχούς εκτιμάται στο 44,4%. Το 40% αυτών που δεν έχουν πάει καθόλου
σχολείο (αναλφάβητοι) ή δεν έχουν τελειώσει το δημοτικό απειλείται από φτώχεια.
Το αντίστοιχο ποσοστό για άτομα που έχουν τελειώσει ανώτατη βαθμίδα (ΤΕΙ, ΑΕΙ,
μεταπτυχιακά) μειώνεται δραστικά στο 8%. Τέλος, ο κίνδυνος φτώχειας, μετά τις
κοινωνικές μεταβιβάσεις, των οικονομικών μεταναστών εκτιμάται σε 34,3%.
|