|
Η AΓOPA των ΗΠΑ, που παρουσιάζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια σε επίπεδο εισροής ταξιδιωτών στην Αθήνα, θα συνεχίσει να αποτελεί την παραδοσιακή υπερπόντια τουριστική αγορά άντλησης επισκεπτών για την πρωτεύουσα. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται, μεταξύ άλλων, σε μελέτη που πραγματοποίησε η Εταιρία Τουριστικής και Οικονομικής Ανάπτυξης Αθηνών (ΕΤΟΑΑ), στο πλαίσιο της δημιουργίας παρατηρητηρίου τουρισμού του Δήμου Αθηναίων. Η εν λόγω μελέτη πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Εργαστήριο Τουριστικών Ερευνών και Μελετών του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου με θέμα την προολυμπιακή και μεταολυμπιακή κατάσταση του αθηναϊκού τουρισμού. Στη μελέτη γίνεται μία εμπεριστατωμένη καταγραφή της πορείας του αθηναϊκού τουρισμού για το χρονικό διάστημα 2000 – 2007, αλλά και ανάδειξη των μελλοντικών προοπτικών. Για τις άλλες αγορές, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονται τα εξής: - Οι τουριστικές αγορές με μεγάλη πληθυσμιακή βάση -τόσο οι παραδοσιακές όπως η Γερμανία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Γαλλία, όσο και οι νέες αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης- αποτελούν ξεκάθαρο στόχο για τις προωθητικές ενέργειες. Προτεραιότητα καλό είναι να δοθεί στις χώρες και τις περιφέρειές τους που διαθέτουν απευθείας αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα, κατά προτίμηση με εταιρίες χαμηλού κόστους. - Η χώρα μας έχει απολέσει σημαντικό κομμάτι της ιαπωνικής αγοράς, ωστόσο και εδώ θα πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες περαιτέρω ανάπτυξης λόγω του ιδανικού «product-market match». - Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν το μεγάλο δυναμικό που υπάρχει στην αγορά της Κίνας και της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για αγορές που πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά. Εντούτοις, τα άμεσα αποτελέσματα στις αφίξεις αναμένεται να προκύψουν κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες. - Μια άλλη αγορά που δεν έχει αξιοποιηθεί, με προφανή πλεονεκτήματα είναι αυτή των γειτονικών χωρών της Βαλκανικής. Η Αθήνα αξίζει να διερευνήσει τις αγορές της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Τουρκίας και της Σερβίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, οι Ολυμπιακοί Αγώνες μπορεί να μην οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση του ξενοδοχειακού δυναμικού της Αθήνας, ωστόσο επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την ποιοτική σύνθεση αυτού. Παρατηρήθηκε μεγάλη μετατόπιση προς τις ανώτερες κατηγορίες των τεσσάρων και πέντε αστέρων, εξέλιξη στην οποία συνέτειναν οι πολλές ανακαινίσεις και αναβαθμίσεις ξενοδοχείων που έγιναν εν όψει των Αγώνων. Το αθροιστικό μερίδιο των ξενοδοχειακών μονάδων τεσσάρων και πέντε αστέρων στις συνολικές ξενοδοχειακές κλίνες της πρωτεύουσας ανερχόταν το 2000 στο 39%, για να φθάσει επτά χρόνια αργότερα στο 50%, ενώ τα ξενοδοχεία ενός και δύο αστέρων ακολούθησαν αντίστροφη πορεία, με τη συμμετοχή τους να υποχωρεί από το 39% στο 30% κατά την περίοδο 2000-2007. Εξάλλου, σημειώνεται ότι η Αθήνα δεν αποκόμισε κανένα τουριστικό όφελος πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, σε αντίθεση λ.χ. με τις επιδόσεις του Σίδνεϊ σε αυτόν τον τομέα (όπου κατεγράφη, ωστόσο, μία πτώση μετά τους Αγώνες). Η περίοδος μεταξύ 2001 και 2004 χαρακτηρίστηκε από έντονη τουριστική ύφεση. Τα οφέλη προέκυψαν -όπως έδειξαν τα ευρήματα των ερευνών- αμέσως μετά τους Αγώνες και εξασφάλισαν μία τριετία ανόδου για τον τουρισμό της πόλης το 2005-2007. Προϋπόθεση, για να διατηρηθεί η ανάπτυξη του αθηναϊκού τουρισμού που κατεγράφη την τριετία 2005-2007, είναι να υπάρχει ισορροπία στην προσέλκυση Ελλήνων και ξένων τουριστών. Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται να προβληθούν τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή αγορά εκείνες οι ταξιδιωτικές δραστηριότητες που θα συγκινήσουν κάθε ξεχωριστή αγορά. Η προσέλκυση Ελλήνων, αλλά και Κύπριων επισκεπτών, πρέπει να αποτελεί σταθερό σημείο της στρατηγικής μάρκετινγκ, ιδίως σε μία περίοδο κατά την οποία τα σημάδια της οικονομικής ύφεσης και η κούρσα της τιμής του πετρελαίου μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την ταξιδιωτική συμπεριφορά των ξένων τουριστών. Επιπλέον, επισημαίνεται για την ελληνική και κυπριακή πελατεία ότι θα συνεχίζει να επισκέπτεται την Αθήνα ακόμη και σε περιόδους οικονομικής ύφεσης και ότι συμβάλλει στην άμβλυνση της εποχικότητας.
|