|
Tου Σταύρου Χρ. Τσέτση, δρ. ΕΜΠ Η ΔIEPEYNHΣH της μελλοντικής μορφής της ευρωπαϊκής πολιτικής για την κοινωνικοοικονομική και εδαφική συνοχή της Eνωσης, προϋποθέτει: Την (ex post) αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων της διαρθρωτικής της στρατηγικής. Την πρόβλεψη του πλαισίου των συνθηκών που θα διέπουν μελλοντικά τις περιφέρειες, μετά το πέρας της ισχύουσας δέσμης 2007-2013. Η πολιτική συνοχής αποδίδει Η διαρθρωτική πολιτική της Ε.Ε., από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, συμβάλλει καθοριστικά στη δραστική μείωση των κοινωνικοοικονομικών και χωρικών ανισορροπιών στους κόλπους της –κατά κεφαλήν ΑΕΠ και απασχόληση– πρωτίστως μέσω της αναπτυξιακής ανέλιξης των λιγότερο ευνοημένων περιφερειών της. Σύμφωνα με την Πέμπτη Eκθεση προόδου σχετικά με την οικονομική κοινωνική συνοχή, οι περιφέρειες του στόχου σύγκλισης, που συνεχίζουν να διατηρούν μικρότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της τάξης του 58% του μέσου όρου της Ε.Ε. και οι περιφέρειες μετάβασης –αυτές της σταδιακής ένταξης και σταδιακής εξόδου– προσεγγίζουν τον μέσο κοινοτικό όρο. Δηλωτικό του διαμετρήματος της σύγκλισης αποτελεί το γεγονός ότι έως το 2005 οι δύο προαναφερθείσες κατηγορίες περιόρισαν τη διαφορά τους από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο κατά πέντε περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Οι αρχικές χώρες συνοχής –Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία– το διάστημα 2000-2006 σημείωσαν εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, καλύπτοντας σε σημαντικό βαθμό την απόστασή τους από τις ανεπτυγμένες περιοχές της Eνωσης. Παρ’ όλη όμως τη σημειωθείσα πρόοδο, συνεχίζουν να υφίστανται σημαντικές διαφορές και ανισότητες στην οικονομική διάρθρωση των τριών κατηγοριών των ευρωπαΐκών περιφερειών. Είναι απολύτως αναγκαίο να δοθεί συνέχεια στην ευρωπαϊκή πολιτική συνοχής. Οι ευρωπαϊκές περιφέρειες στον ορίζοντα 2020 Το έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Περιφέρειες 2020. Μία εκτίμηση των μελλοντικών προκλήσεων για τις Περιφέρειες της Ε.Ε.» (2008) επιχειρεί να προσδιορίσει και να ιεραρχήσει το περίγραμμα των τάσεων, στοιχημάτων και προτεραιοτήτων, για τις κρίσιμες αυτές βαθμίδες σχεδιασμού/προγραμματισμού των μακροχρόνιων δράσεών της. Μεταξύ των προγνώσεων, διαπιστώσεων και των προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι: Η οικουμενοποίηση, η οποία οδηγεί σε επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο –ή ορθότερα, όπως η κρίση κατέδειξε, δημιουργεί βασικές προϋποθέσεις– επιβάλλει στην Ε.Ε. την προώθηση της γνώσης, κινητικότητας, ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας. Οι δημογραφικές αλλαγές θα μετασχηματίσουν την ηλικιακή δομή και αυτή της απασχόλησης, ενώ προβλέπεται ότι θα σημειωθεί σημαντική ενίσχυση των μεταναστευτικών πιέσεων στη Γηραιά Hπειρο, από τις φτωχότερες γειτονικές της χώρες. Οι επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και τις κοινωνίες της Eνωσης εγείρουν ζητήματα αντιμετώπισης και αναγκαίων προσαρμογών. Παρά τις ευεργετικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις της Ε.Ε., από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως σήμερα (2009), οι περιφερειακές ανισότητες επιμένουν, παρά την απτή σύγκλιση των λιγότερο ευνοημένων με τον μέσο κοινοτικό όρο. Για να καταστεί η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης σε ευκαιρία, η Ατζέντα της Λισαβόνας απαιτεί από τις ευρωπαϊκές οικονομίες να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα, το επίπεδο εκπαίδευσης και αυτό του εργατικού δυναμικού. Η σχετική έκθεση επισημαίνει ότι πολλές από τις περιφέρειες χωρών όπως η Ελλάδα είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις αρνητικές επιπτώσεις του φαινομένου, οφειλόμενο εν μέρει στις δυσχέρειες να προσελκύσουν επενδύσεις, να αυξήσουν και να διατηρήσουν θέσεις εργασίας. Αναφορικά με τις δημογραφικές αλλαγές, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η πληθυσμιακή αύξηση στην Ε.Ε. θα επιβραδυνθεί έως το 2020, σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, τις ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία. Οι προβολές της Ευρώπης των 27 τη θέλουν μικρότερη και πιο γηρασμένη. Περισσότερο από το 1/3 του πληθυσμού –συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως η Ελλάδα και η Κύπρος στο σύνολό τους– επηρεάζεται από τις κλιματικές αλλαγές, καθιστώντας την προσαρμογή σε αυτές ζήτημα ζωτικής σημασίας. Το έγγραφο κάνει αναφορά σε «ασύμμετρες» επιδράσεις, που θα θέσουν σε σοβαρή πρόκληση τη δασοπονία, την αλιεία, τη γεωργία, την παραγωγή ενέργειες, την τουριστική βιομηχανία, την υγεία. Απαιτούνται μέτρα σε υψηλές επενδύσεις για την καταπολέμηση της ξηρασίας, την ορθολογικότερη χρήση των υδάτινων πόρων, των δυνητικών καταστροφών στα περιφερειακά οικοσυστήματα, τη διάβρωση των ακτών, τις υψηλές θερμοκρασίες. Αναφορικά με τις περιφερειακές προκλήσεις στον ενεργειακό τομέα, η έκθεση τονίζει ότι οι περιμετρικές περιοχές στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτες στο μεσοχρόνιο ενεργειακό στοίχημα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι τελευταίες καθορίζονται από εθνικές επιλογές και συναρτώνται από δομικές παραμέτρους όπως η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια τροφοδοσίας και οι οποίες καθορίζουν το πόσο έκθετες είναι στις διακυμάνσεις τιμών τροφοδοσίας. Αλλά και από την ικανότητα της Ε.Ε. να αναπτύξει μία κοινή πολιτική, που θα διασφαλίζει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ασφάλεια της ενεργειακής τροφοδοσίας στους κόλπους της. Οι μελλοντικοί προσανατολισμοί Σύμφωνα με την Επιτροπή, από τις διεργασίες που αφορούν τους μελλοντικούς στόχους και προτεραιότητες της πολιτικής συνοχής, διαφαίνεται από τους εμπλεκόμενους ένα consensus σε διατομεακά θέματα, στην κορυφή των οποίων βρίσκονται: Η περιφερειακή ανταγωνιστικότητα, η οποία αποτελεί τον κύριο άξονα της διαρθρωτικής πολιτικής και των παραγόντων που τη στοιχειοθετούν μεσο/μακροπρόθεσμα και που με παραδοσιακά κριτήρια σχετίζονται κατά κύριο λόγο με/ τη(ν): • κάλυψη του ελλείμματος των υποδομών, • ανάπτυξη των δομών Ε&Τ&Α και της διάχυσης της καινοτομίας στον οικονομικό ιστό, • ενίσχυση του στελεχικού/εργατικού δυναμικού, • ανάδειξη της επιχειρηματικότητας, • αύξηση της ελκυστικότητας της περιοχής, • ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας (COM/2001)371). Σύμφωνα με την Επιτροπή, αποτελούν τον πυρήνα των δράσεων της Eνωσης για χρόνιες και νέες μορφές κοινωνικών ζητημάτων, που αφορούν την απασχόληση ευάλωτων ομάδων, όπως άτομα νέας ηλικίας, ηλικιωμένοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, μειονότητες, μετανάστες. Η αειφόρος ανάπτυξη, μέσω της ενίσχυσης του προσανατολισμού της για την επίτευξη του στόχου της Ατζέντας του Γκέτεμποργκ: μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, προώθηση ανάπτυξης ΑΠΕ. Ανάδειξη της ευρωπαϊκής χωροταξίας ως φορέα εξισορρόπησης και συνοχής Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία εγκρίθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων στις 28 Οκτωβρίου του 2007 και υπεγράφη στις 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, περιλαμβάνει την εδαφική συνοχή ως έναν εκ των θεμελιωδών στόχων της Ευρωπαϊκής Eνωσης, παράλληλα με την οικονομική και κοινωνική συνοχή. Η διαμόρφωση ενός νέου στρατηγικού ευρωπαϊκού σχεδίου για το έδαφός της καθίσταται, πλέον και καταστατικά, προτεραιότητα της Ευρώπης των 27. Μεταξύ των κοινοτικών μέτρων για την επίτευξη του νέου βασικού στόχου της Ευρώπης θα μπορούσαν να είναι η: Στήριξη για τη δημιουργία/ενίσχυση δικτύων αστικών κέντρων, φέροντα οργανισμό, ενός αναδυόμενου αστικού ευρωπαϊκού συστήματος, κύριο φορέα εδαφικής συνοχής και ευρύτερων συνεργειών. Προώθηση των αποφασιστικών παραγόντων που καθορίζουν τη νέα αναδυόμενη πράσινη οικονομία και ενσωμάτωσή τους στις σχεδιαστικές διαδικασίες χωροταξικού σχεδιασμού. Περαιτέρω προώθηση της έννοιας της νησιωτικότητας και δυναμικότερη ενθυλάκωσή της όχι μόνον στο πλαίσιο της διαρθρωτικής πολιτικής (και) μετά το 2013, αλλά σε αυτές των μεταφορών, Ε&Τ, ΚΑΠ, πολιτισμού, περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του ανθρωπογενούς και ειδικών ενεργειών. Αντίστοιχα και των εννοιών των ορεινών και δυσπρόσιτων περιοχών και αυτών που χαρακτηρίζονται από έντονη εδαφική ασυνέχεια. Προώθηση επιμέρους στρατηγικής, από κοινού με την πολιτική περιβάλλοντος, για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων από τις κλιματικές αλλαγές. Προώθηση της χωρικής διάστασης στη διασυνοριακή συνεργασία. Ο ρόλος του πρωτογενούς τομέα μετά το 2013 ολοκληρώνει τον κύκλο της επιδοτούμενης ανάπτυξης και ως εκ τούτου απαιτούνται (και) μέτρα (εθνικά/κοινοτικά) για την αποφυγή νέων φαινομένων αστυφιλίας. Ο αστικός χώρος, ως προτεραιότητα Το αστικό πρόβλημα θα πρέπει να καταστεί επίκεντρο της νέας πολιτικής συνοχής, κύριο corpus και βασικός της πυλώνας, σε άμεση συναρμογή και με άλλες συναρμόδιες πολιτικές, πρωτίστως με αυτή του περιβάλλοντος. Και αυτό θεωρείται απολύτως αναγκαίο, αφού οι μεγάλες αστικές συναθροίσεις ευθύνονται για το 40% έως το 50% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως, αποτελώντας «κλειδί» στην αντιμετώπιση της διεθνούς αύξησης της θερμοκρασίας. Ειδικότερα, οι ενδοαστικές ανισορροπίες και ο περιαστικός χώρος –ως μορφή περιβαλλοντικού προβλήματος– θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής προσοχής στο πλαίσιο των κρίσιμων πολιτικών της Eνωσης: κινητικότητας, καινοτομίας, ΚΑΠ, περιβάλλοντος και μέτρων, όπως: • Προώθηση αστικών καινοτομιών. • Μεγαλύτερη συμμετοχή και αμεσότητα με τους ενδιαφερομένους ΟΤΑ, της ΕΤΕπ στις στρατηγικές πολεοδομικής ανανέωσης/ αναδιάρθρωσης/ επανοργάνωσης. • Περαιτέρω στήριξη της πολιτικής συνοχής στις τεχνικές αυτοχρηματοδότησης, κυρίως για τους άμεσα εμπλεκόμενους, για τη δημιουργία υποδομών χωρικής αναβάθμισης.
|