Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018, 14:22:47

Εγγραφή           Αποθήκευση  

ΑρχικήNewsletter | Site Map | Επικοινωνία

 

Αθήνα:   30°C 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική arrow ΕΙΔΗΣΕΙΣ arrow Barron's arrow Το σκάνδαλο της χειραγώγησης των επιτοκίων του βρετανικού διατραπεζικού δείκτη Libor
Το σκάνδαλο της χειραγώγησης των επιτοκίων του βρετανικού διατραπεζικού δείκτη Libor
Πηγή: Express.gr
Του Jan Kregel

ΤΗΝ τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου δημοσιεύθηκαν τρεις ερευνητικές εκθέσεις (από την Αρχή των Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου και από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Προθεσμιακών Εμπορευματικών Συναλλαγών των ΗΠΑ και το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης) που περιέχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπέβαλαν ψευδή στοιχεία και συμμετείχαν σε πραγματική χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου (Libor), που ανακοινώνεται σε καθημερινή βάση από την Ένωση Βρετανικών Τραπεζών. Η βρετανική τράπεζα Barclays παραδέχτηκε εμπλοκή στην επιχείρηση καθορισμού επιτοκίων και, προκειμένου να αποφύγει ποινική δίωξη, κατέβαλε πρόστιμο-μαμούθ στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Εμπορευμάτων των ΗΠΑ και στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης. Επίσης, συμφώνησε να παρέχει πληροφορίες και να συμβάλει στη λήψη μέτρων για την εξάλειψη αυτού του φαινομένου στο μέλλον. Με τη διάδοση των πορισμάτων των διάφορων επίσημων εκθέσεων έγινε όλο και περισσότερο προφανές ότι στη δόλια χειραγώγηση του Libor συμμετείχαν τα περισσότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Είναι επίσης προφανές ότι, όπως και στην περίπτωση της απάτης στην αγορά ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, οι διοικήσεις των τραπεζών και οι ρυθμιστικές αρχές δεν ήταν σε θέση να μπορούν να παρακολουθούν αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων επειδή αυτά τα ιδρύματα είναι πλέον πολύ μεγάλα για αποτελεσματική διοικητική διαχείριση και πολύ μεγάλα για αποτελεσματική ρύθμιση.


Φταίει το μέγεθος των τραπεζών ή
η αποτυχία των ρυθμιστικών αρχών;

Ωστόσο, αντί να αντληθεί το προφανές συμπέρασμα –δηλαδή ότι απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές προκειμένου να συρρικνωθεί το μέγεθος των τραπεζών σε τέτοιο βαθμό που να μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά, όπως έχει προταθεί σε πολλές περιπτώσεις από το Ινστιτούτο Οικονομικών Levy– η συζήτηση στα ΜΜΕ και τους πολιτικούς κύκλους έχει επικεντρωθεί γύρω από το ερώτημα εάν το πρόβλημα ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας των κεντρικών τραπεζών και των κρατικών ρυθμιστικών αρχών να ανταποκριθούν στις επανειλημμένες υποδείξεις περί χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου και να θέσουν τέλος στις δόλιες συμπεριφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η εστίαση της ευθύνης για το σκάνδαλο της χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου στις κεντρικές τράπεζες προέκυψε από τις μαρτυρίες του πρώην επικεφαλής της Barclays και ενός ανώτατου αξιωματούχου της Τράπεζας της Αγγλίας ενώπιον μιας βρετανικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, οι οποίοι δήλωσαν ότι αξιωματούχοι της Τράπεζας της Αγγλίας είχαν ενθαρρύνει ενεργά την Barclays σε προσπάθειες χειραγώγησης του Libor. Οι πρόσφατες ακροάσεις επιτροπών του αμερικανικού Κογκρέσου επικεντρώθηκαν επίσης γύρω από την πιθανή αποτυχία των αξιωματούχων της Ομοσπονδιακής Αποθεματικής Τράπεζας της Νέας Υόρκης να ανταποκριθούν σε αναφορές χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου προκειμένου να σταματήσουν αυτή την πρακτική. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση των γεγονότων αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος ένοχος πέραν από τη διοίκηση της Barclays, η οποία είτε αγνοούσε την παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε μέρος είτε την παρέβλεψε επειδή ήταν σε τελική ανάλυση προς όφελος της ίδιας της τράπεζας.Η πειστικότητα του επιχειρήματος ότι οι ρυθμιστικές αρχές φέρουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης σε αυτό το σκάνδαλο προέρχεται από την αδυναμία να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών τύπων χειραγώγησης των επιτοκίων Libor, που έλαβαν μέρος κατά τη διάρκεια δύο διαφορετικών περιόδων και καθοδηγούνταν από πολύ διαφορετικά κίνητρα. Πριν από την κατάρρευση της «φούσκας» στην αγορά ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, η χειραγώγηση καθοδηγούνταν από την απληστία των μεμονωμένων traders, οι οποίοι στόχευαν στην εξασφάλιση υψηλότερων κερδών, ενώ η χειραγώγηση που λάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης, όταν η αγορά είχε ουσιαστικά διαλυθεί, καθοδηγούνταν από την αντίδραση στην κατάρρευση της βραχυπρόθεσμης χρηματαγοράς. Φαίνεται ότι οι διοικήσεις και οι ρυθμιστικές αρχές είχαν ενδείξεις για την τελευταία αυτή δραστηριότητα, αλλά αγνοούσαν την πρώην.


Η τηλεφωνική επικοινωνία του 2008

Η αδυναμία να γίνει αυτή η διάκριση βρίσκεται στη ρίζα μιας παραπλανητικής ερμηνείας για τη σημασία της κατάθεσης του τότε επικεφαλής της Barclays Capital, Robert Diamond (φωτό), και του νυν αναπληρωτή διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας, Paul Tucker (φωτό), στις  αρχές Ιουλίου στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής των Κοινοτήτων. Η σύγχυση που έχει προκύψει με τον εντοπισμό ευθύνης για το σκάνδαλο Libor οφείλεται στη λανθασμένη ερμηνεία της κατάθεσης των δύο αυτών ανδρών.

Το κύριο θέμα των ακροάσεων ήταν μια τηλεφωνική κλήση που είχε γίνει από τον Tucker το 2008, ο οποίος ήταν τότε επικεφαλής του τμήματος αγορών της Τράπεζας της Αγγλίας, προς τον Diamond, καθώς και η καταγραφή του περιεχομένου της συνομιλίας αυτής όπως διατηρήθηκε από τον Diamond σε σημείωμα φακέλου με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 2008. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η κλήση έγινε δύο εβδομάδες μετά την πτώχευση της Lehman, στο αποκορύφωμα της κατάρρευσης της ρευστότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στο πλαίσιο μιας σειράς ειδικών μέτρων αντίδρασης στην κρίση που είχαν λάβει η βρετανική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Αγγλίας, συμπεριλαμβανομένων ενός ειδικού προγράμματος ενίσχυσης ρευστότητας και της κρατικοποίησης πολλών μεγάλων αλλά και μικρότερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Αγγλίας είχε ιδιαίτερες ανησυχίες για την τράπεζα Barclays, επειδή είχε επιλέξει να μην αποδεχθεί κρατική στήριξη, θεσπίζοντας αντί αυτού μια σειρά δικών της μέτρων για την αντιμετώπιση της διευρυνόμενης κρίσης στις χρηματαγορές. Η τηλεφωνική κλήση του 2008 προς την ανώτατη διοίκηση επικεντρώθηκε στην επεξεργασία των στοιχείων της Barclays αναφορικά με το Libor επειδή το εκτιμώμενο κόστος δανεισμού που υποβάλλεται ξεχωριστά από την κάθε τράπεζα και αναφέρεται από την Ένωση Βρετανικών Τραπεζών παρέχει μια ένδειξη της εκτίμησης της αγοράς για τον κίνδυνο δανεισμού στην εν λόγω τράπεζα. Σε γενικές γραμμές, υψηλότερο κόστος δανεισμού υπονοεί υψηλότερο κίνδυνο και δυσκολία στη χρηματοδότηση των θέσεων του ισολογισμού.
Τα εκτιμώμενο κόστος δανεισμού για την Barclays ήταν σταθερά υψηλότερο από εκείνο των άλλων τραπεζών, και αυτό είχε αποσπάσει την προσοχή του βρετανικού Treasury και των συμμετεχόντων στη χρηματοπιστωτική αγορά για την πιθανότητα ότι υπήρχαν προβλήματα χρηματοδότησης στη συγκεκριμένη τράπεζα. Ο σκοπός του τηλεφωνήματος ήταν να αξιολογηθεί η οικονομική κατάσταση της Barclays προκειμένου να διαπιστωθεί αν θα χρειαζόταν κρατική στήριξη.
Ήταν λοιπόν σημαντικό για την Τράπεζα της Αγγλίας να προσδιορίσει εάν ο Diamond γνώριζε ότι τα στοιχεία που υποβάλλονταν από το γραφείο του έστελναν μηνύματα αδυναμίας προς τη χρηματαγορά από τη στιγμή που το κόστος δανεισμού ήταν αρκετά υψηλότερο από αυτό που επικρατούσε στην υπόλοιπη αγορά, και ότι αυτό σήμαινε στην πραγματικότητα πως η Barclays αντιμετώπιζε δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων. Εάν ίσχυε το τελευταίο, η λύση θα ήταν να αναγκαστεί η Barclays να λάβει την ίδια στήριξη που είχαν λάβει άλλες βρετανικές τράπεζες.


Η «ενδεδειγμένη» ερμηνεία Diamond


Η ενδεδειγμένη απάντηση του Diamond ήταν ότι είχε γνώση των στοιχείων που υποβάλλονταν αναφορικά με τα επιτόκια δανεισμού, αλλά η Barclays δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα και δεν χρειαζόταν να αντλήσει πρόσθετα κεφάλαια. (Ο Diamond δεν θα μπορούσε να απαντήσει διαφορετικά διότι κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν αποδοχή αποτυχίας διοικητικής διαχείρισης). Και ανεξάρτητα από το εάν γνώριζε ή όχι για τη χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor που λάμβανε χώρα από τους traders της Barclays πριν από την κρίση προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική εικόνα της τράπεζας, κάτι που τελικά αποκαλύφθηκε μέσα από τις επίσημες κατηγορίες του υπουργείου Δικαιοσύνης (στην κατάθεσή του ο Diamond επιβεβαίωσε ότι ανακάλυψε την πρακτική της χειραγώγησης από την ανάγνωση των αναφορών του υπουργείου Δικαιοσύνης), ο ίδιος δεν θα μπορούσε να δηλώσει ότι τα στοιχεία που παρέδιδε η τράπεζα είχαν σκοπό τη βελτίωση της κερδοφορίας των θέσεών της. Έτσι, ο Diamond έδωσε τη μόνη πιθανή εξήγηση: το πρόβλημα δεν ήταν τα στοιχεία της Barclays, τα οποία ήταν σωστά, αλλά ότι τα προσδοκώμενα επιτόκια δανεισμού που κατέθεταν οι άλλες τράπεζες που συμμετείχαν στη διαμόρφωση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor ήταν πάρα πολύ χαμηλά και ίσως πλασματικά.


Η στάση της Τράπεζας της Αγγλίας

Από αυτό το σημείο και μετά ξεκινά η σύγχυση περί ενοχής και ευθύνης. Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης που προκύπτει από τις επίσημες έρευνες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την πρακτική της χειραγώγησης του διατραπεζικού επιτοκίου, η εξήγηση του Diamond για τα διαφορετικά στοιχεία που κατέθετε η Barclays αναφορικά με το προσδοκώμενο επιτόκιο δανεισμού φαίνεται να ήταν σαφές μήνυμα σε ανώτατο αξιωματούχο της Τράπεζας της Αγγλίας ότι το επιτόκιο Libor χειραγωγείτο από τα άλλη μέλη της ομάδας τραπεζών. Η δήλωση του Diamond στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον αξιωματούχο της Τράπεζας της Αγγλίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως άμεση απόδειξη της συνέχισης των πρακτικών που αποκαλύφθηκαν από τις έρευνες της Αρχής των Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου και από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Προθεσμιακών Εμπορευματικών Συναλλαγών των ΗΠΑ και το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης για χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor από άλλες τράπεζες για την περίοδο Ιανουαρίου 2005-Ιουλίου 2008. Συνεπώς, το γεγονός ότι η Τράπεζα της Αγγλίας δεν αντέδρασε σε αυτή την υποτιθέμενη καταγγελία της χειραγώγησης της αγοράς με τη δρομολόγηση μιας άμεσης έρευνας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ήταν πρόθυμη να αγνοήσει ή να ανεχθεί τέτοιες πρακτικές από τη στιγμή που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 2005.

Η αντίδραση του Tucker μπορεί να ερμηνευθεί πως παρέχει στήριξη σε αυτή την εσφαλμένη ερμηνεία αφού, αντί να εκφράσει την έκπληξή του, φέρεται να δήλωσε πως γνώριζε ότι πράγματι πολλά από τα στοιχεία που κατέθεταν τα μέλη της ομάδας τραπεζών που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor πιθανώς δεν ήταν αντιπροσωπευτικά των συνθηκών της αγοράς. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ευρέως γνωστό από τα πρώτα σημάδια της κρίσης του 2007 ότι υπήρχαν προβλήματα με τα στοιχεία που κατατίθεντο για τα τραπεζικά επιτόκια Libor εξαιτίας της κατάρρευσης του βραχυπρόθεσμου διατραπεζικού δανεισμού. Αλλά είναι σαφές ότι η αντίδραση του Tucker δεν βασιζόταν στην εκ των προτέρων γνώση της ιδιοτελούς χειραγώγησης του επιτοκίου που ασκούσαν οι traders στην προσπάθειά τους να αυξήσουν τα κέρδη τους, αλλά μάλλον στη διαπίστωση ότι ελλείψει των αγοραίων συναλλαγών λόγω των δυσκολιών στην αγορά διατραπεζικής χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια της κρίσης και την ουσιαστική κατάρρευσή της μετά τα μέσα Οκτωβρίου, τα στοιχεία που κατέθεταν οι τράπεζες για το διατραπεζικό επιτόκιο Libor δεν θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά επιτόκια στα οποία ήταν πρόθυμες να δανείσουν. Ο Tucker υπογράμμισε στην κατάθεσή του προς την Επιτροπή Οικονομικών στη Βουλή των Κοινοτήτων το 2012 ότι μετά την πτώχευση της Lehman οι brokers ήταν απρόθυμοι να συνεργαστούν με τις τράπεζες που θεωρούσαν ότι ήταν προβληματικές. Οι όποιες συναλλαγές λάμβαναν μέρος ήταν διμερείς μεταξύ των τραπεζών και προφανώς δεν καθορίζονταν από τους νόμους της αγοράς. Τα στοιχεία που κατατίθεντο δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να είναι ακριβή, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να ήταν βασισμένα σε πραγματικές συνθήκες αγοράς. Πράγματι, το Libor δεν είχε ποτέ παρουσιαστεί ως αντανάκλαση των πραγματικών συναλλαγών στην αγορά.

Ο Tucker, συνεπώς, συμβούλευσε τον Diamond ότι αν η κατάσταση της Barclays ήταν υγιής, θα έπρεπε να λάβει μέτρα για να μη δοθεί στην αγορά η αντίθετη εντύπωση, που σήμαινε ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε η Barclays στις αναφορές για το κόστος δανεισμού θα έπρεπε να προσαρμοστούν ώστε να αντανακλούν τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι άλλες τράπεζες που συμμετείχαν στο Libor ως ανταπόκριση στην έλλειψη κανονικών συνθηκών της αγοράς. Από την άλλη πλευρά, αν η κατάσταση της Barclays δεν ήταν υγιής και πλήρωνε πραγματικά το υψηλό κόστος δανεισμού με βάση τα στοιχεία που είχε υποβάλει, τότε η λύση θα ήταν η άμεση κρατική στήριξη.
Ο Tucker ανέφερε επίσης ότι αν ο ισχυρισμός του Diamond ήταν πράγματι σωστός και οι άλλες τράπεζες δήλωναν στοιχεία με χαμηλό κόστος δανεισμού προκειμένου να εμφανίσουν μια καλύτερη εικόνα της κατάστασής τους, αυτό ήταν ακόμα πιο ανησυχητικό – όχι λόγω της ένδειξης της υποβολής ανακριβών στοιχείων αλλά επειδή θα σήμαινε ότι τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που υιοθετούσε η Τράπεζα για την αποκατάσταση ρευστότητας στο σύστημα και για τη μείωση των επιτοκίων δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και πως θα έπρεπε να ληφθούν περαιτέρω συστημικές δράσεις. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι δεν υπήρχε καμία «νέα είδηση» στην αναφορά του Diamond το 2008 ότι οι άλλες τράπεζες υπέβαλαν στοιχεία που δήλωναν χαμηλά διατραπεζικά επιτόκια δανεισμού Libor. Και η κατάθεσή του στην Επιτροπή Οικονομικών, ότι δεν είχε γνώση τεχνικών χειραγώγησης, σήμαινε ότι δεν θεωρούσε αυτό που συνέβαινε να αποτελεί χειραγώγηση των επιτοκίων.

Ωστόσο, εάν ληφθεί εκτός πλαισίου, η απόκριση του Tucker στον ισχυρισμό του Diamond περί ψευδών αναφορών χαμηλού κόστους δανεισμού από τις υπόλοιπες τράπεζες αφήνει ανοιχτή την ερμηνεία ότι ένας αξιωματούχος της Τράπεζας της Αγγλίας ενθάρρυνε επίσημα την Barclays να δηλώσει επίσης χαμηλά επιτόκια δανεισμού και πως με αυτό τον τρόπο δικαιολογούσε τις αναφορές ψευδών στοιχείων εκ μέρους των άλλων τραπεζών ώστε να εμφανίσουν μια καλύτερη εικόνα της κατάστασής τους. Στη συνέχεια, απαιτείται μόνο ένα μικρό άλμα για να υποθέσει κανείς ότι, αν η Τράπεζα ενέκρινε και πρότεινε τέτοιου είδους τακτικές χειραγώγησης του Libor τον Οκτώβριο του 2008, δικαιολογούσε επίσης τη χειραγώγηση των επιτοκίων που σημειώθηκαν από τον Ιανουάριο του 2005 έως τον Ιούλιο του 2008, πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης, και να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ήταν ο κύριος ένοχος για τη σκανδαλώδη χειραγώγηση του διατραπεζικού επιτοκίου Libor από την Barclays και από άλλες τράπεζες. Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτή τη διαστρεβλωμένη ερμηνεία, η Barclays δεν θα πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για μια συμπεριφορά που ενθάρρυνε η ίδια η Τράπεζα της Αγγλίας.


Οι καταχρηστικές τακτικές των τραπεζών πριν και
μετά την κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου
 
Η σύγχυση σχετικά με τις ευθύνες ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι τρεις εκθέσεις χρεώνουν την Barclays με τακτικές χειραγώγησης τόσο την περίοδο πριν την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου όσο και την περίοδο μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2007, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ των δύο περιόδων όσον αφορά τις δράσεις των συμμετεχόντων στη χειραγώγηση του Libor, όταν στην πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετικές. Πριν από την κρίση οι traders συνεργούσαν για να υποβάλουν στοιχεία αναφορικά με τα επιτόκια δανεισμού προκειμένου να ευνοήσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες, ενώ κατά τη διάρκεια της κρίσης υπήρχε μαζική κατάθεση ψευδών στοιχείων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι διοικήσεις των τραπεζών και οι ρυθμιστικές αρχές είχαν γνώση αυτών των καταχρήσεων πριν από την κρίση, δεδομένου ότι οι διοικήσεις των τραπεζών γνώριζαν για τις καταχρήσεις που λάμβαναν χώρα μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης η αναγνώριση των τακτικών χειραγώγησης μπορούσε να προκύψει μέσα από την άμεση παρατήρηση (της απουσίας) της αγοράς. Αν δεν υπήρχαν συναλλαγές λόγω της κατάρρευσης των κανονικών συνθηκών συναλλαγής, τότε τα στοιχεία για το κόστος δανεισμού ήταν σαφώς υποθετικά και ελάχιστα πράγματα μπορούσαν να γίνουν τότε σχετικά με αυτό το πρόβλημα. Θα μπορούσαν να προκύψουν διαφορές σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, όπως συνέβη με την περίπτωση της Barclays και των άλλων μελών της ομάδας τραπεζών που συμμετείχαν στο Libor, και δεν υπήρχε τρόπος να μπορεί κανείς να ξεχωρίσει πόσο απείχαν από μια «σωστή» εκπροσώπηση της πραγματικότητας. Η Barclays σαφώς και πίστευε ότι οι εκτιμήσεις της για το κόστος δανεισμού ήταν σωστές, αλλά με δεδομένο το γεγονός ότι είχε επιλέξει να μη δεχθεί άμεση κρατική στήριξη, το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να ήταν αντανάκλαση αυτής της επιλογής και όχι λόγω λαθών εκ μέρους των άλλων τραπεζών. Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε την αλήθεια. Η μόνη άλλη εναλλακτική λύση που ήταν διαθέσιμη προς τις ρυθμιστικές αρχές θα ήταν να ζητήσουν την αναστολή της δημοσίευσης του Libor, μια κίνηση η οποία θα είχε πολύ μεγαλύτερες αρνητικές συνέπειες στις χρηματοοικονομικές συνθήκες της αγοράς. Και δεδομένου ότι το Libor είναι ένα ιδιόκτητο προϊόν της Ένωσης Βρετανικών Τραπεζών, η μόνη οδός για τις ρυθμιστικές αρχές θα ήταν να αναστείλουν τη χρήση του Libor στον τομέα των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων κατά τρόπο παρόμοιο με την αναστολή της χρήσης των πιστωτικών αξιολογήσεων σε ρυθμιστικές ενέργειες από το νόμο Dodd-Frank.

Αποκλίσεις και νοθεία

Πριν από την κρίση οι συνθήκες ήταν αρκετά διαφορετικές. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για υποψία περί νοθείας της αγοράς, αν και υπήρχε πάντα η πιθανότητα να συμβεί αυτό και πολλοί παράγοντες της αγοράς είχαν επιστήσει την προσοχή σε αυτό το ενδεχόμενο μέσω επίσημων και ανεπίσημων διαύλων. Τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν ότι πολλά από τα αιτήματα των traders ήταν για αποκλίσεις από ένα σημείο βάσης και οι δηλώσεις για το κόστος δανεισμού δεν ήταν καν μέρος της τελικής σύνθεσης του μέσου όρου που καθόριζε το δείκτη Libor. Δεδομένου ότι μια «σωστή» υποβολή στοιχείων για το Libor δεν είναι απαραίτητα μια αναπαράσταση της πραγματικής αγοραίας συναλλαγής, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για κάποιον που δεν έχει ενεργή συμμετοχή στις συναλλαγές ή που δεν κάνει χρήση του Libor σε συναλλαγές, να μπορεί να εντοπίσει μια τόση μικρή διαφορά στα ποσοστά επιτοκίων που υποβάλλονταν από τους φορείς των τραπεζών. Επιπλέον, η χειραγώγηση δεν ήταν μόνο προς μία κατεύθυνση, όπως ήταν μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Διαφορετικοί traders και διαφορετικές θέσεις απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές χειραγώγησης των επιτοκίων, κάποια επιτόκια σε υψηλότερα επίπεδα, αλλά σε χαμηλότερα, ή και με διαφορετικούς συνδυασμούς για δάνεια με διαφορετική ημερομηνία λήξης.

Η απορρύθμιση της αγοράς

Επομένως, το πιο πιθανό είναι ότι οι διοικήσεις των τραπεζών γνώριζαν για αυτό το πρόβλημα και πως έκαναν στραβά μάτια από τη στιγμή που διαμορφώνονταν υψηλότερες αποδόσεις. Από την άλλη πλευρά, η αγορά υπόκειται σε διαδικασία αυτορρύθμισης από τους συμμετέχοντες στην αγορά και δεν ήταν ευθύνη της Τράπεζας της Αγγλίας να παρακολουθεί τέτοιου είδους συμπεριφορές. Την ευθύνη για αυτό την είχε ήδη η Αρχή Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για τις ρυθμιστικές αρχές να υποπτευτούν παράνομη δραστηριότητα, εκτός και αν κάποιο μέλος της ομάδας τραπεζών ανέφερε κάτι τέτοιο, που φυσικά καμία τράπεζα δεν είχε κανένα κίνητρο να το κάνει. Σε καμία φάση αναφοράς παρατυπιών δεν αναφέρθηκε το ενδεχόμενο ολοκληρωτικής χειραγώγησης για λόγους κερδοσκοπίας – και εάν η πρακτική ήταν τόσο διαδεδομένη, δεν θα υπήρχε προφανώς κανένα κίνητρο να γίνει κάποια αναφορά.

Εν ολίγοις, μια προσεκτική εξέταση των στοιχείων αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να στηρίζει τον ισχυρισμό ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ή οποιαδήποτε άλλη ρυθμιστική αρχή είχε λάβει πληροφορίες για «στήσιμο» της αγοράς επιτοκίων κατά τη διάρκεια της κρίσης ανάλογο με αυτό που συνέβαινε από τους traders πριν από την κρίση. Ούτε υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι παρέβλεψαν ή ενθάρρυναν μια τέτοια συμπεριφορά, είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ο Tucker είχε μάλλον δίκιο όταν δήλωνε ότι η Τράπεζα της Αγγλίας δεν είχε καμία ιδέα ότι υπήρξε δόλια χειραγώγηση των επιτοκίων για ιδιωτικό όφελος κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από τις τρεις έρευνες για «στήσιμο» του Libor. Οποιαδήποτε προσπάθεια να μεταφερθεί η ευθύνη στις ρυθμιστικές αρχές χρησιμεύει απλώς για να αποσπαστεί η προσοχή από την αποτυχία των διοικήσεων των τραπεζών να κάνουν κάτι προκειμένου να σταματήσει η δόλια πρακτική της χειραγώγησης του δείκτη Libor.

*Ο Jan Kregel είναι ανώτατος μελετητής στο Levy Economics Institute, διευθυντής του προγράμματος του Ινστιτούτου για τη Νομισματική Πολιτική και τη Χρηματοοικονομική Δομή και καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Ταλίν (Εσθονία). 


 
     
 

Εδραιώνεται η πιθανότητα να ανέλθει η τιμή του χρυσού στα 1.950 δολάρια εντός του 2012
BARRON's: Δέκα μετοχές «υπόσχονται» πολύ υψηλά κέρδη το 2012
Η επένδυση σε μετοχές αποτελεί την καλύτερη κερδοφόρα επιλογή για το επόμενο δωδεκάμηνο
Η κρίση δημιούργησε τις καλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες των τελευταίων 50 ετών στη Wall Street
«Ράλι» πετρελαίου έως τα 150 δολάρια εντός του 2012
 
     
     
  Ειδήσεις Τιμές Μετοχών  

Αναζήτηση

 
   

Σύμβολο μετοχής

Αναζήτηση συμβόλου

   

 

Ειδήσεις     Αγορές     Υπηρεσίες     Χρηστικά     Express Yourself     Επικοινωνία     Site Map

Προσωπικά Δεδομένα      Ταυτότητα Site      Όροι Χρήσης      Διαφημιστείτε      Η άποψή σας

Web Design & Web Development
Ελληνική Εταιρεία Διαδικτύου