Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018, 02:56:04

Εγγραφή           Αποθήκευση  

ΑρχικήNewsletter | Site Map | Επικοινωνία

 

Αθήνα:   30°C 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική arrow ΕΙΔΗΣΕΙΣ arrow Barron's arrow Στα 98 δισ. ευρώ το κόστος για τράπεζες της Ε.Ε. από «haircut» χρέους προβληματικών χωρών
Στα 98 δισ. ευρώ το κόστος για τράπεζες της Ε.Ε. από «haircut» χρέους προβληματικών χωρών
Πηγή: Express.gr

Των Andrew Bary και Jonathan Buck

Η ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ βιομηχανία είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ'Α ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος εξετάζοντας μόνο την πορεία των μετοχών του κλάδου. Πρόκειται για τον χειρότερο κλάδο από πλευράς απόδοσης στον Standard & Poor'Αs 500 με μέση πτώση από την αρχή του έτους υψηλότερη του 20%, ενώ υπάρχουν ορισμένες μετοχές –όχι «τυχαίων» εταιριών, αλλά ονομάτων όπως οι Bank of America, Citigroup, Goldman Sachs και Morgan Stanley– που έχουν υποχωρήσει κατά 40%. Στο ίδιο διάστημα ο ίδιος ο Standard & Poor'Αs 500 έχει σημειώσει απώλειες της τάξης του 3%.

Οι μετοχές, όμως, του κλάδου –μεγάλων τραπεζών, τοπικών τραπεζών, ταμιευτηρίων και εταιριών ασφαλειών ζωής– είναι ιδιαίτερα ελκυστικές, με αρκετές εξ αυτών να διαπραγματεύονται είτε σε ίδια επίπεδα είτε χαμηλότερα από την επονομαζόμενη «απτή» λογιστική αξία (tangible book value: η λογιστική αξία μιας εταιρίας, εάν αφαιρεθεί η «φήμη» της, οι δαπάνες για τη δημιουργία νέων μονάδων και η αξία των ακίνητων περιουσιακών της στοιχείων) και με μονοψήφιο P/E. Οι μετοχές φαίνονται ακόμη πιο φθηνές εάν εξετασθεί η «απλή» λογιστική τους αξία. Σαφώς πρόκειται για μετοχές που προσφέρουν χαμηλές αποδόσεις αυτή την στιγμή, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 2% έως 3%, αλλά φαίνονται «ικανές» να ακολουθήσουν ανοδική πορεία στο μέλλον.

Οι αισιόδοξοι επενδυτές είναι ενθουσιασμένοι καθώς αποτελεί σπάνιο φαινόμενο να βρεις χαμηλές αποτιμήσεις σε έναν κλάδο βασισμένος τόσο στη λογιστική αξία όσο και στις μελλοντικές προοπτικές κερδοφορίας. Ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο κάθετης υποχώρησης της αγοράς το 2009 οι μετοχές χρηματοοικονομικών ομίλων ήταν φθηνές βάσει της λογιστικής τους αξίας, όμως, πολλές εκ των εταιριών ήταν ζημιογόνες και έπρεπε να προχωρήσουν σε αυξήσεις κεφαλαίων αρκετών δισ. δολαρίων προκειμένου να επιβιώσουν.
«Νομίζω ότι υπάρχει τεράστια υποτίμηση στον κλάδο», υποστηρίζει ο Matthew Lindenbaum, στέλεχος της επενδυτικής εταιρίας Basswood Partners με έδρα τη Ν. Υόρκη. «Οι επενδυτές έφυγαν με ταχύτητα από τον κλάδο και φαίνεται να τον υποτιμούν. Oμως μπορείς να δημιουργήσεις ένα καλό χαρτοφυλάκιο μόνο με μετοχές χρηματοοικονομικών ομίλων, το οποίο θα σου προσφέρει πολύ καλές αποδόσεις σε διάστημα τριών ετών. Σαφώς θα πρέπει να έχεις υπομονή». Μεταξύ των επιλογών του συμπεριλαμβάνονται οι Goldman Sachs, Morgan Stanley, State Street και Comerica.

Τόσο οι τράπεζες όσο και άλλοι χρηματοοικονομικοί όμιλοι εμφανίζουν πολύ καλή κερδοφορία και έχουν δημιουργήσει ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια παρά το γεγονός ότι υπάρχει ένας ατέλειωτος κατάλογος ανησυχιών στον οποίο περιλαμβάνονται: αδύναμη οικονομία, άτονη δραστηριότητα στην παροχή δανείων, περιορισμός των περιθωρίων κέρδους, χαμηλά επιτόκια, πιέσεις από την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας, δικαστικές προσφυγές που αφορούν στεγαστικά δάνεια, άσχημες συνθήκες στις χρηματιστηριακές αγορές, περιορισμός στο proprietary trading (η δραστηριότητα μιας τράπεζας στο χρηματιστήριο, κατά την οποία επενδύει ίδια κεφάλαια) και σαφώς η κρίση στην ευρωζώνη. Oμως η τρέχουσα κατάσταση είναι πολύ καλύτερη απ'Α ό,τι ήταν η περίοδος 2008-09 για τον κλάδο, καθώς τότε βρίσκονταν πραγματικά στο χείλος της καταστροφής.

Η JP Morgan Chase ήταν η πρώτη εκ των αμερικανικών τραπεζών που ανακοίνωσαν οικονομικά μεγέθη γ'Α τριμήνου, τα οποία ήταν ιδιαίτερα καλά λαμβανομένου υπόψη και του δύσκολου περιβάλλοντος. Η τράπεζα είχε κέρδη 1,02 δολ. ανά μετοχή, δηλαδή ελαφρώς καλύτερα των εκτιμήσεων. Παρά ταύτα η μετοχή του ομίλου υποχώρησε –την ημέρα ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων– κατά 5%, στα 32 δολάρια, δηλαδή χαμηλότερα από την «απτή» λογιστική αξία της. Πάντως η τράπεζα εμφανίστηκε «σφιχτή» στις προβλέψεις της τόσο για το δ'Α τρίμηνο του 2011 όσο και για το 2012.
Η θετική είδηση γι'Α αυτήν έγκειται στο γεγονός ότι έχει επαναγοράσει το 3% των μετοχών της σε διάστημα ενός τριμήνου και ότι έχει ενισχύσει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειάς της.
Οι αναλυτές επιμένουν ότι οι περισσότεροι χρηματοοικονομικοί όμιλοι μπορεί να «δουν» τις μετοχές τους να ενισχύονται ακόμη και κατά 50% εντός του επόμενου έτους, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτούς τις JP Morgan, Citigroup, Morgan Stanley, Goldman Sachs, Comerica, Suntrust, Fifth Third Bancorp, State Street, Bank of New York, Prudential Financial και MetLife.
Το πρόβλημα με τον κλάδο είναι ότι εξαιτίας των «καταιγίδων» που αντιμετωπίζει, είναι δύσκολο να ανακάμψει τουλάχιστον σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κανείς δεν μπορεί να μετρήσει τον ακριβή αντίκτυπο από την κρίση χρέους στην ευρωζώνη στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες και την ίδια στιγμή οι επενδυτές έχουν κατανοήσει ότι παρά τα μεγάλα λόγια για «ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια» και υψηλή μόχλευση, οι τράπεζες εξακολουθούν να είναι εταιρίες οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από την εμπιστοσύνη που τους δείχνουν τόσο οι καταθέτες όσο και οι δανειστές.

«Δεν υπάρχει κάποιος σημαντικός καταλύτης που μπορεί να αλλάξει σύντομα την εικόνα του κλάδου», είναι ένα από τα κλασικά… ρεφρέν που ακούει κάποιος στη Wall Street. Παρά ταύτα ο χρηματοοικονομικός κλάδος βρίσκεται κατά 13% υψηλότερα σε σύγκριση με τα χαμηλά επίπεδα που άγγιξε στις 3 Οκτωβρίου και μπορεί να ξεπεράσει αυτό το ποσοστό, με δεδομένα και τα καλά οικονομικά αποτελέσματα τριμήνου που ανακοίνωσαν οι περισσότερες τράπεζες. Επίσης εάν υπάρξει μια θετική εξέλιξη στην ευρωπαϊκή κρίση, αυτό θα αποτελέσει έναν ακόμη παράγοντα στήριξης των μετοχών χρηματοοικονομικών ομίλων. «Εάν η αμερικανική οικονομία ακολουθήσει λογική πορεία ανάπτυξης και υπάρξει αύξηση τόσο του δανεισμού όσο και των επιτοκίων, τότε όλοι θα βρουν τους καταλύτες που αναζητούν», υποστηρίζει ο Lindenbaum.

Ο δείκτης τον οποίο παρακολουθούν στενά οι περισσότεροι επενδυτές είναι ο KBW (τραπεζικός δείκτης στη Wall Street), ο οποίος έχει υποχωρήσει κατά 28% από την αρχή του έτους και διαπραγματεύεται περίπου στο 1/3 σε σύγκριση με το υψηλότερο επίπεδο που άγγιξε το 2007. Και οι 24 μετοχές που είναι εισηγμένες σ'Α αυτόν εμφανίζουν απώλειες από την αρχή του έτους, ενώ στα χαμηλά του Οκτωβρίου ο δείκτης έφθασε να υποχωρεί κατά 40% για διάστημα επτά μηνών.

«Υπάρχουν πολλά ερωτηματικά για την κατάσταση στην Ευρώπη, για τις προθέσεις των νομοθετών και το γενικότερο νομικό περιβάλλον, αλλά εμείς πιστεύουμε ότι οι χρηματοοικονομικοί όμιλοι μπορούν να ανακάμψουν», τονίζει ο Jason Goldberg, αναλυτής τραπεζών για την Barclays Capital και προσθέτει ότι «οι περισσότερες τράπεζες θα ανακοινώσουν θετικά οικονομικά μεγέθη γ'Α τριμήνου σε σύγκριση με αυτά που είχαν πριν από ένα έτος, με υψηλότερα επίπεδα παροχής δανείων, καλύτερη απτή λογιστική αξία, καλύτερη κεφαλαιακή επάρκεια, καλύτερη καταθετική βάση και καλύτερη ποιότητα στα παρεχόμενα δάνεια. Σαφώς το περιβάλλον είναι πολύ διαφορετικό και καλύτερο από ό,τι ήταν πριν από λίγα χρόνια».
Οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες είναι σε καλύτερη κατάσταση από τις ανταγωνίστριες ευρωπαϊκές, πολλές εκ των οποίων καλούνται να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους, να μειώσουν τους ισολογισμούς τους και πιθανώς να προχωρήσουν σε πωλήσεις θυγατρικών μονάδων. «Η μείωση του όγκου των ευρωπαϊκών τραπεζών μπορεί να αποτελέσει μία χρυσή ευκαιρία για τις αμερικανικές τράπεζες», υποστηρίζει ο John McDonald, αναλυτής τραπεζών στη Sanford Bernstein.

Οι αμερικανικές τράπεζες θα έχουν την ευκαιρία να ενισχύσουν την παρουσία τους σε διεθνές επίπεδο ή ακόμη και να εξαγοράσουν μονάδες που θα πουλήσουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η ελβετική UBS, η οποία αναμένεται να προχωρήσει στην πώληση της μονάδας επενδυτικής τραπεζικής που διαθέτει στις ΗΠΑ (πρόκειται για την «παλιά καλή» PaineWebber).

Οι επενδυτές έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν στον χρηματοοικονομικό κλάδο μέσω Exchange-Traded Funds (ETFs), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα SPDR KBW Bank, SPDR KBW Regional Banking και Financial Select Sector SPDR, τα οποία προσφέρουν μέση απόδοση 2%.

Η «εικόνα»
της Ευρώπης

Ο ευρωπαϊκός χρηματοοικονομικός κλάδος έχει κυριολεκτικά γονατίσει εξαιτίας της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Αν και αυτή η κρίση δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα, είναι σαφές ότι στις μετοχές αρκετών τραπεζών έχει αποτυπωθεί ακόμη και το χειρότερο σενάριο για την εξέλιξή της. Γι'Α αυτόν ακριβώς τον λόγο ορισμένοι επενδυτές φροντίζουν να πιστέψουν εκ νέου –και φυσικά να τοποθετήσουν και τα κεφάλαιά τους– στις ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές.
Φυσικά οι διαχειριστές κεφαλαίων θέλουν απτές αποδείξεις και όχι θεωρίες και ας μην ξεχνάμε ότι βρίσκονται αντιμέτωποι τόσο με την αναγκαστική διάσωση της Dexia όσο και με σειρά υποβαθμίσεων βρετανικών, ισπανικών και ιταλικών τραπεζών από τους οίκους αξιολόγησης.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για σκεπτικισμό: οι τράπεζες έχουν στην κατοχή τους σημαντικό μέρος του ελληνικού χρέους και όλα δείχνουν ότι η Αθήνα δεν θα γλιτώσει την χρεοκοπία. Aλλες χώρες, όπως οι Πορτογαλία και Ιρλανδία μπορεί να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ελλάδας. Eνα τέτοιο σενάριο μπορεί να οδηγήσει σε αναγκαστική κεφαλαιακή στήριξη των ευρωπαϊκών τραπεζών. Oμως υπάρχει και η άλλη άποψη: το χειρότερο σενάριο έχει ήδη προεξοφληθεί στις μετοχές του κλάδου. Οι φόβοι για τις τράπεζες είναι υπερβολικοί, σπεύδει να υποστηρίξει σε έκθεσή της η Societe Generale, μία εκ των τραπεζών που έχει δεχθεί ιδιαίτερα ισχυρά χτυπήματα.

Οι παρατηρητές «βλέπουν» αρκετά κοινά σημεία μεταξύ των μακροοικονομικών συνθηκών που ισχύουν τώρα και που ίσχυαν το 2008, υποστηρίζοντας ότι μία ελληνική χρεοκοπία θα έχει τις αντίστοιχες συνέπειες που είχε η χρεοκοπία της Lehman Brothers. Βέβαια τη χρεοκοπία της Lehman Brothers δεν την περίμενε κανείς, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας δεν είναι λίγοι αυτοί που την έχουν προεξοφλήσει. Tυχόν κατάρρευση της Ελλάδας θα οδηγούσε σε μια πρόσκαιρη «βύθιση» των τραπεζικών μετοχών, οι οποίες, όμως, κατόπιν θα μπορούσαν να καταγράψουν έως και ράλι.

Αρκετοί διαχειριστές κεφαλαίων πιστεύουν σε αυτό το ενδεχόμενο. Η αίσθηση των αγορών αλλάζει με ταχύτητα. Το δείκτης Stoxx Europe 600 ενισχύθηκε κατά 7% τον περασμένο μήνα, με τις τραπεζικές μετοχές να καταγράφουν άνοδο 12%. Παρά, όμως, την ανάκαμψη οι μετοχές αυτές βρίσκονται κατά 18% χαμηλότερα σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 29% σε σύγκριση με την αρχή του τρέχοντος έτους.
«Νομίζω ότι η αγορά έχει προετοιμαστεί για περισσότερο πόνο από αυτόν που τελικώς θα βιώσει», τονίζει ο John Ventre, διαχειριστής κεφαλαίων στην Skandia Investment Group στο Λονδίνο. Θεωρεί ότι η κεφαλαιακή ανασύνταξη των τραπεζών θα οδηγήσει σε επιστροφή της εμπιστοσύνης στον κλάδο και θα προσφέρει περισσότερη άνοδο στις μετοχές τους στο μέλλον.
Παραμένει «underweight» στις μετοχές χρηματοοικονομικών ομίλων, αλλά έχει αρχίσει να αγοράζει ορισμένες εξ αυτών κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων.
«Η ταχύτητα με την οποία διασώθηκε η Dexia έπεισε αρκετούς ότι οι αρχές και κυβερνήσεις είναι εδώ, έτοιμες να παρέμβουν», σημειώνει και προσθέτει: «Θα υπάρξουν προβλήματα ή και καταρρεύσεις και άλλων τραπεζών, αλλά δεν πιστεύω ότι το σύστημα έχει καταστραφεί».
Σύμφωνα με τη Societe Generale ακόμη και εάν υπάρξει βαθύ «haircut» και μάλιστα σε όρους αγοράς (mark-to-market) των χρεών Ελλάδας, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας, Ιταλίας και Ισπανίας, το πλήγμα που θα δεχθούν οι τράπεζες θα φθάσει στο επίπεδο των 98 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται για ένα τόσο σκληρό πλήγμα, καθώς σε περίπτωση που επιβληθεί δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (Tier 1) 9%, τότε οι τράπεζες θα πρέπει να βρουν επιπλέον κεφάλαια ύψους 80 δισ. ευρώ έως το 2013.

Ταυτόχρονα οι τράπεζες εκτός ευρωζώνης (Βρετανία, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη) δεν αντιμετωπίζουν και τόσα προβλήματα και σαφώς είναι περισσότερο ελκυστικές, διαθέτοντας ισχυρή κεφαλαιακή βάση. Μεταξύ των επιλογών της Societe Generale, συγκαταλέγονται οι βρετανικές Barclays, Lloyds Banking Group και Royal Bank of Scotland (RBS), η πολωνική Pekao και η ρωσική OAO Sberbank. Βάσει των τιμών-στόχων για τις βρετανικές τράπεζες που δίνει η Societe Generale οι μετοχές τους έχουν δυνατότητα ενίσχυσης άνω του 60%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την Pekao φθάνει στο 13% και για τη Sberbank πλησιάζει το 100%. Σε περίπτωση που η Societe Generale επιβεβαιωθεί όσοι φροντίσουν να επενδύσουν νωρίς θα είναι τελικώς και αυτοί με τα μεγαλύτερα κέρδη.

«Μίσος» για
τις τράπεζες

Οι τράπεζες έχουν αντικαταστήσει τον ενεργειακό τομέα στη θέση του πιο μισητού κλάδου της Wall Street. Οι ακτιβιστές του «Occupy Wall Street» έχουν κατασκηνώσει στη Wall Street για αρκετές εβδομάδες και υπάρχουν αρκετές διαμαρτυρίες που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλες πόλεις των ΗΠΑ. Oπως το περιγράφει ένας πρώην δημοσιογράφος των «New York Times» και ένθερμος, πλέον, υποστηρικτής του συγκεκριμένου κινήματος, «είμαστε αντίθετοι με τους λόρδους του χρήματος, μια ομάδα ανθρώπων αδιάφορων στον ανθρώπινο πόνο, που διαθέτουν έναν τεράστιο όγκο απληστίας αλλά και προνομίων».
Και παρά το γεγονός ότι κάποιοι θεωρούν το «Occupy Wall Street» παροδικό φαινόμενο, δεν θα πρέπει να ξεχνούν ότι ο θυμός ενάντια στις τράπεζες είναι πραγματικός και προέρχεται κυρίως από την αντίληψη ότι το αμερικανικό κράτος φρόντισε να δαπανήσει τρισ. δολάρια για να σώσει το τραπεζικό σύστημα, την ίδια ώρα που άφηνε τον μέσο Αμερικανό (αν και χρησιμοποίησε δικά του χρήματα) να τα «βγάλει πέρα μόνος του» με την κρίση.
Στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε μία πραγματική καταιγίδα αντίδρασης, όταν η Bank of America ανακοίνωσε ότι θα χρεώσει προμήθεια ύψους 5 δολαρίων μηνιαίως για τη χρήση χρεωστικών καρτών της (debit cards). Προχώρησε σε αυτή την κίνηση μετά την απόφαση του Κογκρέσου να διακόψει την παροχή προμήθειας από κρατικά κεφάλαια στις τράπεζες για κάθε πελάτη τους που χρησιμοποιεί χρεωστικές κάρτες. Βέβαια με αυτόν τον τρόπο το Κογκρέσο δεν έπληξε τους καταναλωτές αλλά τους επιχειρηματίες και μάλιστα τους μικρομεσαίους. Οι τραπεζικές υπηρεσίες δεν είναι κάτι που αξιολογούν με τον καλύτερο τρόπο τόσο οι πολιτικοί όσο και οι καταναλωτές, καθώς θεωρούν ότι θα πρέπει να είναι απόλυτα δωρεάν. Βέβαια οι τράπεζες αντιτείνουν ότι για να διατηρούν ATMs παντού, για να δουλεύουν τα συστήματα «μετακίνησης» χρημάτων και συναλλαγών και για να λειτουργεί καλά το e-banking δαπανούν τεράστια κεφάλαια και ως εκ τούτου θα πρέπει να χρεώνουν κάποια προμήθεια σε όποιον επιθυμεί να χρησιμοποιεί αυτές τις υπηρεσίες.

«Ογκος»
προβλημάτων

Οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες διαθέτουν τις χαμηλότερες αποτιμήσεις αλλά αντιμετωπίζουν και τις ισχυρότερες προκλήσεις. Η Bank of America διαπραγματεύεται στα έξι δολάρια και κάτι… ψιλά, η Citigroup στα 28 δολάρια, δηλαδή χαμηλότερα κατά 60% από την απτή λογιστική αξία της και μόλις έξι φορές τα προβλεπόμενα κέρδη για το 2012. Η JP Morgan διαπραγματεύεται έξι φορές τα προβλεπόμενα για το 2012 κέρδη. Η Wells Fargo είναι η ακριβότερη μετοχή του κλάδου, προσφέροντας, όμως και υψηλότερη απόδοση, ενώ ανακοίνωσε κέρδη γ'Α τριμήνου καλύτερα των εκτιμήσεων.

Το πρόβλημα για τις μεγάλες τράπεζες είναι ότι εμφανίζεται σχεδόν μία νέα πρόκληση κάθε μήνα. Υπάρχει ο νόμος Durbin Rule, βάσει του οποίου κόπηκαν οι προμήθειες για τις χρεωστικές κάρτες, υπάρχει η πρόταση για επιβολή διεθνών στάνταρντ στον τρόπο λειτουργίας των τραπεζών, γεγονός που θα αυξήσει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των μεγάλων τραπεζών, υπάρχουν οι δικαστικές διαμάχες για στεγαστικά δάνεια αξίας τρισ. δολαρίων τα οποία οι τράπεζες είχαν εκδώσει πριν από την κρίση του 2008 και υπάρχει και ο επονομαζόμενος Volker Rule, ο οποίος περιορίζει τη δραστηριότητα του proprietary trading.
Πολλά θα μπορούσε να πει ο καθένας για όλα αυτά τα θέματα. Ο McDonald της Bernstein σε πρόσφατη έκθεσή του, 33 σελίδων, υπό τον τίτλο «Αναλύοντας αυτά που δεν αναλύονται» («Analyzing the Un-Analyzable»), εξετάζει το θέμα των δικαστικών προσφυγών που αφορούν στεγαστικά δάνεια. Θεωρεί ότι οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες θα κατορθώσου να αντιμετωπίσουν αυτού του είδους τα προβλήματα, χρησιμοποιώντας «τα υπάρχοντα κεφάλαια που διαθέτουν και τα αποθέματά τους». Κλασικό παράδειγμα η Bank of America, η οποία ανακοίνωσε ότι έχει «αποταμιεύσει» 30 δισ. δολάρια, προκειμένου να αντιμετωπίσει είτε τις τρέχουσες είτε μελλοντικές δικαστικές προσφυγές (πάντα για παλαιά στεγαστικά δάνεια).
Ταυτόχρονα ο McDonald είναι θετικός για αρκετές τράπεζες, όπως για παράδειγμα η JP Morgan. Oπως τονίζει η τράπεζα έχει κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών ενισχύσει το franchise της, έχει ενισχύσει τις μονάδες λιανικής τραπεζικής, αλλά και αυτές επενδυτικής τραπεζικής και διαχείρισης πλούτου, ενώ φρόντισε να εισέλθει και στην «υψηλή» αγορά πιστωτικών καρτών (με τον όρο «υψηλή» αναφέρεται η αγορά πιστωτικών καρτών πλούσιων πελατών, με σαφώς εξαιρετικά υψηλό πιστωτικό όριο). Ο McDonald έχει σύσταση «outperform» για τη μετοχή της JP Morgan, τοποθετώντας την τιμή-στόχο στα 46 δολάρια.

Εξετάζοντας τη Citigroup ο αναλυτής τονίζει ότι διαπραγματεύεται πολύ χαμηλά σε σύγκριση με την απτή λογιστική της αξία που φθάνει στα 48 δολάρια ανά μετοχή. Μάλλον οι επενδυτές συμφωνούν μαζί του καθώς η μετοχή της εταιρίας έχει ενισχυθεί κατά 20% σε σύγκριση με τα χαμηλά της 3ης Οκτωβρίου, όταν είχε φθάσει στα 23 δολάρια. Αρκετά hedge funds επενδύουν στη Citigroup και σορτάρουν την Bank of America, καθώς θεωρούν ότι μεταξύ των δύο τραπεζών η Citi έχει καλύτερες προοπτικές.
Ο McDonald θεωρεί ότι η Citi μπορεί να επιτύχει κέρδη πέντε δολαρίων ανά μετοχή φέτος, ενώ τοποθετεί την τιμή-στόχο για τη μετοχή στα 45 δολάρια. Η μέση πρόβλεψη των αναλυτών είναι για κέρδη τεσσάρων δολαρίων ανά μετοχή φέτος και 4,7 δολαρίων το 2012.

Η περίπτωση της Goldman Sachs είναι εντελώς διαφορετική. Ο όμιλος έχει χάσει αρκετή από την αξιοπιστία του. Ξεκίνησε το 2011 ως «ο εξυπνότερος παίκτης» για να φθάσει λίγο πριν από την ολοκλήρωση του έτους σε «ένα όμιλο με κατακερματισμένο επιχειρηματικό μοντέλο». Πρόκειται για την τράπεζα που θα επηρεαστεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την εφαρμογή του Volker Rule για το proprietary trading. Η Goldman, η οποία είθισται να έχει μέση απόδοση 20% σε σύγκριση με τη λογιστική της αξία, φέτος αναμένεται να προσφέρει απόδοση κοντά στο 10%. Το μεγάλο ερωτηματικό γι'Α αυτή είναι οι μελλοντικές αποδόσεις της. Oμως εάν η μετοχή της εξεταστεί βάσει ορισμένων «παράπλευρων» στοιχείων, αποδεικνύεται ιδιαίτερα φθηνή, καθώς βρίσκεται κοντά στα 96 δολάρια από 175 δολάρια τον Ιανουάριο. Η μονάδα διαχείρισης κεφαλαίων της εταιρίας, με υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 844 δισ. δολαρίων, υπολογίζεται ότι αξίζει μεταξύ 15 και 20 δισ. δολαρίων. Η συνολική αξία κεφαλαιοποίησης της Goldman Sachs φθάνει στα 54 δισ. δολάρια. Αν και το ενδεχόμενο διάσπασης του ομίλου δεν είναι και τόσο πιθανό, η Goldman μπορεί να αρχίσει να επιστρέφει και μάλιστα με επιθετικό ρυθμό κεφάλαια στους μετόχους της, ιδιαίτερα εάν πειστεί ότι οι συνθήκες στις αγορές δεν πρόκειται να βελτιωθούν σύντομα.

Αν και τα στελέχη της πληρώνονται πολύ καλά –μέσες ετήσιες αποδοχές ύψους 480.000 δολαρίων το 2010– έχει κατορθώσει να μειώσει και αυτό το «μέγεθος». Το 2010 οι αποδοχές των στελεχών αντιστοιχούσαν στο 39% του συνολικού κύκλου εργασιών –δηλαδή χαμηλότερα από το «παραδοσιακό» 50%– ενώ για φέτος το ποσοστό αναμένεται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στο 40%. Το Barron'Αs σε προηγούμενο άρθρο του έχει υποστηρίξει –και συνεχίζει– ότι το ποσοστό θα πρέπει να «πέσει» στο 35%, δηλαδή όσο είναι σε όλο τον κλάδο διαχείρισης κεφαλαίων. Aλλωστε το παλιό καλό επιχείρημα ότι «οφείλουμε να προσφέρουμε υψηλές αμοιβές για να προσελκύσουμε τα καλύτερα ταλέντα των αγορών» δεν ευσταθεί πλέον. Με το «χάλι» που έχει η Wall Street, όσοι εργάζονται σε αυτήν γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι «εγκλωβισμένοι» και δεν πρόκειται να αρχίσουν το «ψάξιμο» για μία νέα θέση με ακόμα υψηλότερη αμοιβή.


 
     
 

Εδραιώνεται η πιθανότητα να ανέλθει η τιμή του χρυσού στα 1.950 δολάρια εντός του 2012
BARRON's: Δέκα μετοχές «υπόσχονται» πολύ υψηλά κέρδη το 2012
Η επένδυση σε μετοχές αποτελεί την καλύτερη κερδοφόρα επιλογή για το επόμενο δωδεκάμηνο
Η κρίση δημιούργησε τις καλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες των τελευταίων 50 ετών στη Wall Street
«Ράλι» πετρελαίου έως τα 150 δολάρια εντός του 2012
 
     
     
  Ειδήσεις Τιμές Μετοχών  

Αναζήτηση

 
   

Σύμβολο μετοχής

Αναζήτηση συμβόλου

   

 

Ειδήσεις     Αγορές     Υπηρεσίες     Χρηστικά     Express Yourself     Επικοινωνία     Site Map

Προσωπικά Δεδομένα      Ταυτότητα Site      Όροι Χρήσης      Διαφημιστείτε      Η άποψή σας

Web Design & Web Development
Ελληνική Εταιρεία Διαδικτύου